∙ Ο Αστρίτης
Θέση προστασίας
» Γενικά χαρακτηριστικά
» Εξάπλωση
» Φυσικό περιβάλλον
» Διατροφή
» Συμπεριφορά
» Δάγκωμα και δηλητήριο
»
πρώτες βοήθειες για δάγκωμα (δήγμα) δηλητηριώδους φιδιού
Κοινή ονομασία: the common
European adder
Επιστημονική ονομασία: Vipera berus
(Linnaeus 1758)
|
Βασίλειο (Kingdom) |
Ζώα |
| Φύλο (Phylum) | Χορδωτά |
| Κλάση (Class) | Ερπετά |
| Τάξη (Order) | Λεπιδωτά |
| Οικογένεια (Family) | Viperidae |
| Γένος (Genus) | Vipera |
| υπογένος (Subgenus) | Pelias (Merrem 1820) |
| είδος (Species) | berus |
| Υποείδη (Subspecies) | Vipera berus bosniensis, Vipera berus sachalinensis |
Θέση προστασίας
Ο αστρίτης προστατεύεται από τη σύμβαση της Βέρνης για τη διατήρηση της Ευρωπαϊκής
άγριας ζωής και των φυσικών ενδιαιτημάτων.
Γενικά χαρακτηριστικά
Ο αστρίτης είναι μια οχιά με κοντόχοντρο σώμα, με μέσο μήκος για τα ενήλικα 55 εκατοστά. Τα
αρσενικά είναι τα μικρότερα και με πιο λεπτό σώμα από τα θηλυκά. Η ουρά
καταλαμβάνει το 1/6 του συνολικού μήκους του σώματος στα αρσενικά και το 1/8
στα θηλυκά. Η ουρά καταλήγει σε μια κεράτινη απόληξη. Ο χρωματισμός ποικίλει
από καφεγκρίζο, κανελή μέχρι και ανοιχτό γκρίζο με ώχρας. Συναντώνται όμως
και σκούρα χρώματα. Στη ράχη υπάρχει χοντρή ρίγα που σχηματίζει κάτι ανάμεσα
σε σχέδιο ψαροκόκαλου και ζιγκ-ζαγκ. Στα πλάγια του σώματος υπάρχουν
λεπτότερες ραβδώσεις που ανεβαίνουν κατακόρυφα από χαμηλά για να συναντήσουν
τις εξοχές του σχεδίου ψαροκόκαλου της ράχης. Σε κάποια άτομα το σχέδιο
ψαροκόκαλο της ράχης είναι διακοπτόμενο. Οι ραβδώσεις και η κεντρική ρίγα
μπορεί να είναι μαύρου, καφεμαύρου ή καφεκόκκινου χρώματος. Μια ιδέα των
σχεδίων του σώματος του αστρίτη μπορείτε να πάρετε στη δεξιά εικόνα.
Εξάπλωση
Ο αστρίτης έχει την μεγαλύτερη εξάπλωση από οποιοδήποτε άλλο φίδι στον κόσμο, από
τη Μ. Βρετανία μέχρι τη Ν. Σκανδιναβία -είναι το μοναδικό φίδι που απαντάται
στον Αρκτικό κύκλο- και από τη Β. Ελλάδα μέχρι τα νησιά Σάκαλιν πάνω από την
Ιαπωνία. Παρόλα αυτά οι πληθυσμοί του αστρίτη δεν είναι συνεχόμενοι σε όλη
αυτή την έκταση. Στην Ελλάδα δεν είναι καθόλου συνηθισμένο φίδι, παρόλο που
το όνομά του χρησιμοποιείται συχνά. Σε πολλά μέρη της Ελλάδας τις αρσενικές
γκρίζες οχιές με το κέρατο τις αποκαλούν λαθεμένα αστρίτη. Ο αστρίτης
δεν έχει κεράτινο φύμα επάνω από τη μύτη. Ο αστρίτης παρατηρήθηκε στα όρη
Βαρνούντας, Βόρας, Τζένα, Καράντερε, Ζαγκραντένα και στα ελληνοβουλγαρικά
σύνορα.
Φυσικό περιβάλλον
Ο αστρίτης συχνάζει σε ποικίλες και διαφορετικές περιοχές αναλόγως της
εποχής, σε πετρώδης και θαμνώδης εκτάσεις κατά μήκος ποταμών και λιμνών,
καλλιεργημένα χωράφια με βάτα, ξέφωτα δασών και πετρώδης πλαγιές, σε
βαλτώδης περιοχές σε χαμηλό υψόμετρο ή στα βουνά. Τα ενήλικα άτομα συχνά
καταλαμβάνουν ερημωμένες τρύπες τρωκτικών ή βρίσκονται σε πετρώδης σωρούς,
θημωνιές και σε σωρούς από κομμένο γρασίδι.
Διατροφή
Η διατροφή του ποικίλει. Ο αστρίτης δεν είναι καθόλου εκλεκτικό φίδι και
προσαρμόζεται εύκολα με διαφορετικά θηράματα. Τρέφεται με μικρά θηλαστικά,
σαύρες, βατράχια (όχι φρύνους), σαλαμάνδρες, τρίτωνες, πουλιά και τα αυγά
τους, ακόμη έχει παρατηρηθεί να τρέφονται με γαιοσκώληκες. Οι μικροί
αστρίτες τρέφονται με νεογέννητα θηλαστικά, μικρές σαύρες, βατράχια, έντομα
και σκουλήκια και αράχνες. Οι αστρίτες πίνουν συχνά νερό, συχνότερα από
άλλες οχιές. Ο αστρίτης παραμονεύει το θήραμά του και αργά πλησιάζει
σχηματίζοντας ένα S για να
εκτιναχθεί ακολούθως και να αρπάξει τη λεία του. Μετά το αστραπιαίο δάγκωμα
και την έγχυση του δηλητηρίου αφήνει το θήραμά του για να το ακολουθήσει
αργότερα μυρίζοντας τα ίχνη που άφησε. Στα βατράχια και τις σαλαμάνδρες δεν
εγχέεται δηλητήριο και καταπίνονται ζωντανά.
Αφού ξυπνήσουν από τη διαχείμασή τους, την άνοιξη, τα φίδια δεν τρώνε πριν ζευγαρώσουν. Τα ενήλικα αρσενικά και τα θηλυκά που δεν πρόκειται να κυοφορήσουν τρέφονται από τον Ιούνιο μέχρι τον Αύγουστο, αλλά τα θηλυκά που πρόκειται να κυοφορήσουν έχουν αποθέματα από τον προηγούμενο χρόνο και τρώνε ελάχιστα μέχρι να γεννήσουν. Προς το τέλος του καλοκαιριού και για περίοδο ενός μηνός, όλα τα άτομα του είδους τρώνε συνεχώς μέχρι να φτάσει η ώρα της διαχείμασης. Η τοποθεσία που τρέφονται αυτή την περίοδο είναι διαφορετική από την τοποθεσία της διαχείμασης και απέχει κάπου 2 χιλιόμετρα. Ο αστρίτης έχει ένα καλά ανεπτυγμένο αίσθημα του τι σημαίνει σπίτι.
Συμπεριφορά
Στην Ελλάδα ο αστρίτης είναι νυκτόβιος αλλά δραστηριοποιείται και την αυγή
και το σούρουπο. Υπάρχουν τρεις διαφορετικές φάσεις σε κάθε ετήσιο κύκλο στη
ζωή του αστρίτη:
λιάσιμο και ζευγάρωμα
διασπορά και σίτιση
επιστροφή στον τόπο διαχείμασης και γέννηση των μωρών
Κατά τη διάρκεια της μη-αναπαραγωγικής περιόδου, οι αστρίτες λιάζονται αλλά αποφεύγουν άμεση έκθεση σε πολύ ανοιχτά και ηλιόλουστα σημεία. Κατά τη διάρκεια πιο δροσερών ημερών πλαταίνουν τα σώματά τους προσανατολιζόμενα προς την κατεύθυνση του ήλιου για να πετύχουν την μεγαλύτερη δυνατή απορρόφηση θερμότητας από τον ήλιο. Αποφεύγουν γενικά περιοχές με ανέμους και υγρασία και εάν βρεθούν σε τέτοιες συνθήκες μένουν κουλουριασμένες ώσπου να βελτιωθεί το κλίμα.
Ο αστρίτης δεν είναι επιθετικό φίδι και θα δαγκώσει μόνο όταν δεν έχει διέξοδο διαφυγής. Σπανίως σκαρφαλώνει, παρά μόνο κάποιες φορές και αυτό σε χαμηλούς θάμνους. Είναι όμως καλός κολυμβητής, μπορεί να κολυμπά στην επιφάνεια της θάλασσας ακόμη και να καταδύεται.
Δάγκωμα και Δηλητήριο
Όλα τα σωληνόγλυφα φίδια θεωρούνται επικίνδυνα, αλλά η τοξικότητα του
δηλητηρίου και η κρισιμότητα της κατάστασης προσδιορίζουν και μια
σειρά από άλλους παράγοντες όπως:
ποσότητα δηλητηρίου στον οργανισμό: σε κάθε δάγκωμα η ποσότητα δηλητηρίου που εγχέεται δεν είναι πάντα η ίδια και αυτό ποικίλει ανάλογα με τη διάθεση του φιδιού, με το πότε είχε ξανα-δαγκώσει και πόσο δηλητήριο είχε εγχυθεί
σημείο δαγκώματος: το σημείο δαγκώματος παίζει και αυτό ρόλο, καθότι όσο πιο κοντά στην καρδιά είναι τόσο πιο επικίνδυνο είναι
αντίδραση του ατόμου που δαγκώθηκε: εάν παραμείνουμε ψύχραιμοι και δεν κινούμαστε μειώνεται η ταχυκαρδία και το δηλητήριο απορροφάται πιο αργά από τον οργανισμό
Επιδημιολογία: Στο σύνολο της έκτασης που απαντάται ο αστρίτης ο αριθμός δηγμάτων (δαγκωμάτων) κάθε χρόνο ανέρχεται σε 1300 και από αυτά μόνο το 12% χρειάζεται περαιτέρω νοσηλεία σε νοσοκομείο.
Ποσότητα: 10-18 mg από άτομα 48-62 εκατοστά.
Τοξικότητα: Η τοξικότητα κρίνεται σχετικά χαμηλή. LD50's 0,55 mg i.v., 0,80 mg i.p., και 6,45 mg/Kg s.c. Μια ελάχιστη θανάσιμη δόση για ινδικά χοιρίδια είναι περίπου 40-67 mg/Kg. Οι κοινές σαύρες πεθαίνουν 30 δευτερόλεπτα μετά το δάγκωμα. Ο ερευνητής Street παρατήρησε το 1979 ένα νεαρό αστρίτη που δάγκωσε μια σαύρα και αυτή πέθανε έπειτα από 4 ώρες.
Μετάφραση: webm...@reptilesalonica.com
Φωτογραφίες:
Maciej,
Jean
Delacre
Πηγές
Adler K., Agimi U., Al-Sadoon, Anderson SC, Andrén
C., Arnold EN, Barker DG., Baron JP., Bettex F., Billing H., Böhme W., Boshansky
A., Boulenger G., Bruno S., Burton JA., Buttler J., Cattaneo A., Clark R.,
Δημητρόπουλος Α.,
Gubensek F.,
Gulden
J., Hellmich W., Herrmann H-W.,
Höggren M., Holzberger
H., Jager U.,
Joger U., Kramer E.,
Lebez
D., Leviton A., Ludwig D.,
Luiselli L.,
Mallow
D., Melichercik J., Minton S., Murphy JB., Nilson G.,
Pishchelev V., Prestt I.,
Sket D.
Εξάπλωση: οι πηγές για τις τοποθεσίες εξάπλωσης πάρθηκαν από το βιβλίο: Τα ερπετά της Ελλάδας και της Κύπρου
« Τα δηλητηριώδη φίδια της Ελλάδας