| Aα/a |
| Άγαμα |
(άλλοι όροι:
agama)
ονομασία γένους σαυρών στο οποίο περιλαμβάνονται σαύρες μικρού
και μεσαίου μεγέθους. Υπάρχουν περίπου 30 διαφορετικά γένη σαυρών
Άγαμα.
Τα διάφορα γένη των Άγαμα υπάρχουν στις ακόλουθες ηπείρους:
Αφρική, Ευρώπη, Ασία |


|
| Αγαμίδες |
όλα τα γένη των σαυρών που ανήκουν στην οικογένεια των Αγαμιδών
(Agamidae). Αυτά ονομάζονται άγαμα |
| άγρια ζώα |
τα μη εξημερωμένα σπονδυλωτά ζώα (εκτός
από τα ψάρια), δηλαδή αμφίβια, ερπετά, πτηνά και θηλαστικά |
| αερόβιος οργανισμός |
ο οργανισμός που είναι προσαρμοσμένος να
ζει στον αέρα και μόνο με την παρουσία ελεύθερου οξυγόνου |
| αιμοτοξικό |
τύπος δηλητηρίου. Επιδρά στο κυκλοφορικό σύστημα και τα εσωτερικά όργανα
προκαλώντας κλονισμό ή φλεγμονή στο σώμα. Είναι από τα πιο επώδυνα και
καταστρέφουν τους ιστούς στο σημείο του δήγματος |
| ακάρια |
βλέπε:
mites |
| ακτινοβολία |
μετάδοση ενέργειας μέσω κυμάτων: ο
ήλιος εκλύει ενέργεια διαφόρων μηκών κύματος όπως φως, ραδιοκύματα,
ακτίνες Χ,
υπεριώδη ακτινοβολία κλπ. |
| ακτινομύκητες |
αερόβιοι μικροοργανισμοί (βακτήρια), που
μοιάζουν στη μορφή με μύκητες. Πολλοί από τους ακτινομύκητες βοηθούν
στην αποσύνθεση φυτικών και ζωικών υπολειμμάτων στο έδαφος και
συντελούν στο σχηματισμό του χούμου |
| αλβινισμός |
βλέπε: albinism |
| αλλεργία |
περίπτωση υπερλειτουργίας του
ανοσοποιητικού συστήματος με αποτέλεσμα την ενεργοποίησή του σε ένα
ήπιο αντιγόνο, το οποίο δεν προκαλεί αντίστοιχη αντίδραση σε ένα μη
αλλεργικό άτομο |
| αλληλόμορφα πολλαπλά γονίδια |
είναι τα γονίδια που αποτελούν
εκφράσεις της ίδιας γονιδιακής θέσης. Καταλαμβάνουν την ίδια θέση
στα ζεύγη των ομόλογων χρωμοσωμάτων και ελέγχουν την ίδια ιδιότητα
με τον ίδιο ή με διαφορετικό τρόπο. |
| αλφικός |
βλέπε: albinism |
| αλφισμός |
βλέπε: albinism |
| αμοιβαιότητα |
η αλληλεξάρτηση (θετική) ειδών κατά
τέτοιο τρόπο, ώστε εάν διαχωριστούν να μη μπορούν να επιζήσουν μόνα
τους |
| ανάπτυξη |
οι ποιοτικές μεταβολές ενός οργανισμού ή
μέρους αυτού κατά τη διάρκεια του βιολογικού του κύκλου |
| ανοσία |
η εξειδικευμένη ικανότητα του
ανοσοποιητικού συστήματος του οργανισμού να αντιστέκεται σε
οτιδήποτε θεωρεί ξένο |
| ανόργανα θρεπτικά συστατικά |
Τα 16 χημικά στοιχεία
τα οποία τα φυτά χρειάζονται για την ανάπτυξή τους. Με την εξαίρεση
των: C (άνθρακας), του Η (υδρογόνου) και του Ο (οξυγόνου) που τα
παραλαμβάνουν από το νερό και από τον αέρα, όλα τα υπόλοιπα πρέπει
να τα πάρουν από το έδαφος. Τα χημικά στοιχεία το Ν (άζωτο), το Ρ
(φώσφορος), το Κ (κάλιο), το Ca (ασβέστιο), το Mg (μαγνήσιο), το S
(θείο), χρειάζονται στα φυτά σε σχετικά μεγάλες ποσότητες και
λέγονται μακροστοιχεία ενώ τα: Fe (σίδηρος), Zn (ψευδάργυρος), Mn
(μαγγάνιο), Β (βόριο), Cu (χαλκός) Cl ( χλώριο) και ο Mo (μόλυβδος),
χρειάζονται σε ελάχιστες ποσότητες και λέγονται ιχνοστοιχεία |
| ανταγωνισμός |
η αλληλεπίδραση (αρνητική) ειδών κατά
τέτοιο τρόπο, ώστε να είναι αδύνατη η χωρίς βλάβη συνύπαρξή τους |
| αποικοδομητές |
μικροοργανισμοί, βακτήρια και
μύκητες, που διασπούν όλες σχεδόν τις οργανικές ουσίες στη φύση,
τους νεκρούς οργανισμούς και τα απορρίμματα των ζωντανών οργανισμών |
| αποκλίνουσα εξέλιξη |
μοντέλο αλλοπάτριας
ειδογένεσης κατά το οποίο ένα ή περισσότερα είδη εμφανίζονται σαν
κλάδοι μιας μοναδικής προγονικής γραμμής
π.χ. τα δυο γένη των σαυρών Τουατάρα (Sphenodon
punctatus) και (Sphenodon guntheri) |
| απονιτροποίηση |
η αποδέσμευση μέρους του αζώτου που
βρίσκεται στο έδαφος ή στα νερά υπό τη μορφή νιτρικών ιόντων και η
επιστροφή του στην ατμόσφαιρα χάρη στη δράση αναερόβιων
μικροοργανισμών |
| αράχνη λύκος |
βλέπε:
wolf spider |
| αρθρόποδα |
(άλλοι όροι:
arthropods, invertebrates)
Ζώα που το σώμα τους αποτελείται από αρθρωτά τμήματα (κεφαλοθώρακας,
πόδια, κεραίες κτλ.) και ο σκελετός τους
βρίσκεται έξω από το σώμα τους, (αγκαλιάζει το σώμα) και είναι
κατασκευασμένος από
χιτίνη (chitin). Τα αρθρόποδα
μεγαλώνουν αλλάζοντας,
εκδύοντας κάθε τόσο τον
εξωσκελετό τους. Στα αρθρόποδα ανήκουν
όλα τα έντομα (ιπτάμενα & εδαφιαία), τα
αραχνίδια (αράχνες-ταραντούλες-σκορπιοί), τα καρκινοειδή:
καβούρια, αστακοί, γαρίδες,
woodlice κ.α. |
| ασκόντριχα |
βλέπε:
Οχιά η Οθωμανική |
| ασπίς |
είδος οχιάς που συναντάται στη Δυτική
Ευρώπη. Η επιστημονική ονομασία αυτής της οχιάς είναι
Vipera aspis |
| αστρίτης |
(άλλοι όροι: adder)
είδος οχιάς που συναντάται και στην Ελλάδα αλλά σπάνια. Η
επιστημονική ονομασία του αστρίτη είναι Vipera
berus. Πολλοί στην Ελλάδα όταν λένε αστρίτη συχνά εννοούν
την
κερασφόρο οχιά ή ακόμα και άλλα
εντελώς ακίνδυνα φίδια.
Περισσότερα μπορείτε να διαβάσετε στη σελίδα:
Ο
αστρίτης |
| αυτοτομία |
είναι η ικανότητα που
έχουν πολλά ερπετά, αμφίβια και έντομα να αυτοακρωτηριάζουν κάποιο
μέλος του σώματός τους σε περίπτωση κινδύνου ή ερεθισμού. Το
φαινόμενο παρατηρείται σε ζώα που έχουν την ικανότητα να
ξαναδημιουργούν το μέλος του σώματός τους που κόπηκε. Συγκεκριμένα
στις σαύρες, όσο πιο μακριά από το σώμα είναι το κόψιμο της ουράς
τόσο πιο εύκολα και σύντομα κλείνει η πληγή. Η ουρά θα ξαναμεγαλώσει
αλλά δεν θα είναι όπως η αρχική, θα έχει ένα μονόχρωμο καφετί χρώμα.
Όσο πιο μακριά βρίσκεται από τη βάση της ουράς το κόψιμο, τόσο
περισσότερο θα μεγαλώσει η καινούργια ουρά. Η ουρά αυτή δεν μπορεί
να ξανακοπεί. Η σαύρα δεν θα έχει κάποιο άλλο πρόβλημα και όλες οι
βιολογικές της λειτουργίες θα λειτουργούν κανονικά. Στα περισσότερα
γκέκο το κόψιμο της ουράς συνοδεύεται από μεγαλύτερη και συχνότερη
σίτιση, διότι στην ουρά τους τα γκέκο αποθηκεύουν τροφή με τη μορφή
λίπους, κάτι που δεν συμβαίνει στις
Ιγκουανίδες (που ανήκει και η
πράσινη
Ιγκουάνα) |
| άχεντρα |
βλέπε:
Οχιά η Οθωμανική |
| AD |
είναι τα αρχικά της λέξης ADult
και αναφέρεται σε ενήλικο ερπετό, αρθρόποδο, αμφίβιο |
| adder |
βλέπε:
αστρίτης |
| aestivation |
βλέπε:
θερινή νάρκη |
| albino |
βλέπε: albinism |
| albinism |
(άλλοι όροι: αλφικός,
αλφισμός, αλβινισμός)
σημαίνει όταν ένας οργανισμός γεννιέται χωρίς την ικανότητα ο
οργανισμός του να παράγει χρωστική στους ιστούς. Ως αποτέλεσμα το
χρώμα του δέρματος αλλά και οτιδήποτε ακόμα και τα ματοτσίνορα είναι
άσπρου-ροζ χρώματος και τα μάτια έχουν ένα ανοιχτό κόκκινο χρώμα. Ο
όρος albinism
είναι
ένας κληρονομημένος όρος ως αποτέλεσμα του συνδυασμού υπολειπόμενων
αλληλόμορφων γονιδίων που περνούν και από τους δύο γονείς ενός
ατόμου. Δηλαδή πρέπει και οι δύο γονείς να
είναι φορείς του γονιδίου για αλφισμό ή να έχουν και οι δύο ένα αντίγραφο αυτού του γονιδίου.
Ο αλφισμός έχει εμφανιστεί σε
θηλαστικά, ψάρια, πουλιά, ερπετά και αμφίβια. Το γονίδιο που οδηγεί
στον αλφισμό δεν επιτρέπει στο σώμα να παράγει τον συνηθισμένο
αριθμό της φυσικής χρωστικής ουσίας μελανίνη.
Ο αλφισμός ταξινομείται ως:
-
Τ-θετικό ή Τ+ ή
Type II ή Ty-pos: το
ένζυμο της τυροσίνης είναι παρόν αλλά είναι ανίκανο να εισαγάγει
τα κύτταρα χρωστικών ουσιών για να παραγάγει τη μελανίνη.
-
Τ-αρνητικό ή Τ- ή
Type I ή Ty-neg:
το ένζυμο δεν παράγεται
Τα ερπετά που πάσχουν
από αλφισμό έχουν υπερευαισθησία στο δυνατό φώς, συνεπώς δεν θα
πρέπει να τα εκθέτετε άμεσα στο δυνατό φώς του ήλιου |
| arboreal |
βλέπε:
δενδρόβιο |
| asp ή
asp viper |
βλέπε: ασπίς |
| aspis |
βλέπε: ασπίς |
Ο καθένας μπορεί να προσθέτει νέο λήμμα
ή να εμπλουτίζει κάποιο ήδη υπάρχον με περισσότερες πληροφορίες. Στο
λήμμα που προσθέτει κάποιος θα μπαίνει το όνομα μέλους. Έτσι εάν σε ένα
λήμμα πρόσθεσαν πληροφορίες 3 μέλη θα αναγραφούν και τα τρία ονόματα
μελών. Στο κάθε όνομα μέλους θα υπάρχει παραπομπή συνδέσμου στο προφίλ
του μέλους. Στα λήμματα που δεν εμφανίζεται όνομα μέλους έχουν
καταχωρηθεί από τον διαχειριστή.