Σε αυτή τη σελίδα θα βρείτε γενικές πληροφορίες για τα δηλητηριώδη φίδια αλλά και πληροφορίες για τα δηλητηριώδη φίδια της Ελλάδας
άμυνα ή επίθεση;
Τα δηλητηριώδη φίδια στην πλειονότητά τους δεν πρόκειται να
κυνηγήσουν τον άνθρωπο για να σπαταλήσουν το πολύτιμο γι' αυτά
δηλητήριό τους. Η λέξη επίθεση δεν συμπεριλαμβάνεται στη ζωή των φιδιών. Οι
βασικές τους ανάγκες είναι διατροφή-θερμορύθμιση-ζευγάρωμα. Εάν το φίδι
προκληθεί από τον άνθρωπο, ενδεχομένως θα δαγκώσει για να προστατεύσει τη
ζωή του, να αμυνθεί και όχι να επιτεθεί με σκοπό να βλάψει τον άνθρωπο. Τα φίδια δεν επιτίθενται χωρίς να
προκληθούν.
η
διαδικασία δαγκώματος
Η διαδικασία του δαγκώματος είναι ταχύτατη στα δηλητηριώδη φίδια και διαρκεί
μόνο 1/3 του δευτερολέπτου. Σε ένα τρίτο του δευτερολέπτου το φίδι
εκτινάσσεται, δαγκώνει και αποτραβιέται πίσω για να διασφαλίσει ότι δεν
κινδυνεύει. Συνήθως πριν το
δάγκωμα το φίδι σχηματίζει ένα S
με το σώμα του. Κατά την εκτίναξη για το δάγκωμα, τα σαγόνια μπορούν
να ανοίξουν κατά 90°. Το δάγκωμα μπορεί να είναι στεγνό (να μην εγχύσει
δηλητήριο δηλαδή). Εάν στο σημείο που δάγκωσε το φίδι υπάρχουν δυο μικρές
οπές, αυτό σημαίνει πως ενδεχομένως άφησε δηλητήριο.
τύποι δηλητηρίου
Το δηλητήριο στα φίδια βάσει της εξέλιξης και προσαρμοστικότητάς τους στη
φύση, εξελίχθηκε έτσι ώστε να ακινητοποιεί το θήραμα, για την καλύτερη
χώνεψη του θηράματος και για άμυνα από τους εχθρούς.
Υπάρχουν δυο τύποι δηλητηρίου στα φίδια:
Αιμοτοξικό (Hemotoxic)
επιδρά στο κυκλοφορικό σύστημα και τα εσωτερικά όργανα
προκαλώντας κλονισμό ή φλεγμονή στο σώμα. Είναι τα πιο επώδυνα και
καταστρέφουν τους ιστούς στο σημείο του δήγματος
Νευροτοξικό (Neurotoxic)
επιδρά στο νευρικό σύστημα το οποίο ελέγχει την αναπνοή και σύντομα
επιφέρει παράλυση στο σώμα. Ο πόνος δεν είναι τόσο επώδυνος αλλά
το νευροτοξικό δηλητήριο είναι ισχυρότερο από το αιμοτοξικό
Κανένα φίδι όμως δεν ανήκει μόνο σε μια από τις δυο κατηγορίες διότι μπορεί να έχει και αιμοτοξικής αλλά και νευροτοξικής σύστασης δηλητήριο σε διαφορετικές αναλογίες στον οργανισμό του, αναλόγως του είδους φιδιού.
σιαγόνες και δηλητήριο
Τα δηλητηριώδη φίδια έχουν τρία διαφορετικά συστήματα διοχέτευσης του
δηλητηρίου και βάσει αυτών χωρίζονται στα σωληνόγλυφα, τα
οπισθόγλυφα και τα πρωτερόγλυφα.
σωληνόγλυφα

στα σωληνόγλυφα φίδια τα δυο δόντια που διοχετεύουν το δηλητήριο
είναι πολύ μεγαλύτερα από τα υπόλοιπα, είναι τοποθετημένα μπροστά
-όπως οι κυνόδοντες στα θηλαστικά- και είναι κινητά.
Όταν δεν χρησιμοποιούνται παραμένουν διπλωμένα προς τα πίσω και κατά το
δάγκωμα ξεδιπλώνονται αστραπιαία για να δαγκώσουν και να εγχύσουν το
δηλητήριο στους ιστούς του θύματος. Αυτοί οι κυνόδοντες κατά μήκος είναι
κούφιοι εσωτερικά σαν σύριγγες, ώστε να μπορούν να διοχετεύουν το δηλητήριο το οποίο
παραμένει αποθηκευμένο στους δηλητηριώδης αδένες των σωληνόγλυφων φιδιών. Ο
κάθε κυνόδοντας μπορεί να κινείται ανεξάρτητα από τον άλλο και αυτό
μπορούμε να το παρατηρήσουμε όταν το φίδι χασμουριέται μετά την κατάποση
του θηράματος για να επαναφέρει τα αρθρωτά οστά του σαγονιού στη θέση
τους ή καθώς καταπίνει το θήραμα και σπρώχνει με το κάθε δόντι το θήραμα
προς το στομάχι του. Το δηλητήριο των φιδιών
που ανήκουν στα σωληνόγλυφα φίδια επιδρά
κυρίως στο κυκλοφορικό σύστημα, προκαλεί πήξιμο του αίματος και φράζουν
οι αρτηρίες των πνευμόνων. Στο νευρικό σύστημα επιδρά αλλά πολύ λιγότερο
και δεν υπάρχει άμεση επίδραση στο αναπνευστικό σύστημα. Ο πόνος και το
τοπικό πρήξιμο είναι συνήθως σοβαρά και σε έντονο βαθμό, με μια αίσθηση έντονου καψίματος (Martin
και Lamb). Σύντομα το σημείο στο
οποίο έγινε το δήγμα, πρήζεται μελανιάζει και εάν δεν ληφθεί
φαρμακευτική αγωγή αρχίζει να μαυρίζει καθώς το δηλητήριο προχωρά και
καταστρέφει τους ιστούς στο σημείο του δήγματος. Οι Ευρωπαϊκές οχιές πάντως έχουν σε γενικές
γραμμές το λιγότερο τοξικό δηλητήριο σε σχέση με Αμερικανικές,
Αφρικανικές και Ασιατικές οχιές και συνήθως μόνο ένα 15% των ατόμων που
δαγκώθηκαν δεν καταφέρνουν να επιζήσουν από ένα δάγκωμα Ευρωπαϊκής
οχιάς.
οπισθόγλυφα


στα οπισθόγλυφα φίδια τα δόντια που εγχέουν το
δηλητήριο είναι μικρότερα, δεν είναι κινητά και βρίσκονται τοποθετημένα
στο πίσω μέρος της οδοντοστοιχίας. Σε γενικές γραμμές πάντως τα
οπισθόγλυφα δεν θεωρούνται θανατηφόρα για τον άνθρωπο. Αφ' ενός το
δηλητήριο είναι ήπιας τοξικότητας και αφ' ετέρου, στα περισσότερα είδη
τα δόντια βρίσκονται αρκετά πίσω τοποθετημένα
και δεν μπορούν εύκολα να δαγκώσουν παρά μόνο
κάποιο δάχτυλο.
πρωτερόγλυφα


στα πρωτερόγλυφα τα δόντια είναι πολύ μικρότερα από αυτά των
σωληνόγλυφων φιδιών, είναι τοποθετημένα μπροστά αλλά δεν είναι κινητά. Η
οικογένεια των Ελαπιδών (Elapidae) ανήκει στα
πρωτερόγλυφα. Το δηλητήριο των φιδιών που
ανήκουν στα πρωτερόγλυφα φίδια επιδρά
κυρίως στο νευρικό σύστημα, σύντομα
προκαλείται παράλυση στο αναπνευστικό σύστημα καθώς το δηλητήριο επιδρά
στο κεντρικό νευρικό σύστημα που ελέγχει την
αναπνοή. Ο πόνος και το τοπικό πρήξιμο συνήθως δεν είναι έντονα αλλά η
τοξικότητα του δηλητηρίου είναι υψηλή. Ακόμα και το δήγμα (δάγκωμα) από
μικρά είδη πρωτερόγλυφων φιδιών όπως το Κοραλόφιδο (Leptomicrurus
spp.), είναι θανατηφόρα για τον άνθρωπο.
|
|
|
Εισαγωγή - τα είδη »
πρώτες βοήθειες σε
περίπτωση δαγκώματος » το
γένος Vipera
με τα υπογένη |
Εισαγωγή - τα είδη
Τα
δηλητηριώδη φίδια στην Ελλάδα είναι 7 και από αυτά μόνο 5 μπορούν κάτω
από ορισμένες προϋποθέσεις να γίνουν επικίνδυνα για τον άνθρωπο. Τα 5
αυτά είδη είναι οχιές, είναι
σωληνόγλυφα και
είναι οι εξής: η
κερασφόρος οχιά
(Vipera ammodytes), ο
αστρίτης
(Vipera berus),
η
Οθωμανική οχιά
(Vipera
xanthina),
η
οχιά των λιβαδιών
(Vipera ursinii)
και
η
οχιά της Μήλου
(Macrovipera
schweizeri).
Τα άλλα δυο είδη είναι ο σαπίτης (Malpolon
monspessulanus) και το αγιόφιδο (Telescopus
fallax).
Το δηλητήριο των
δύο αυτών
ειδών αφενός είναι ήπιας τοξικότητας και αφετέρου, ο άνθρωπος δύσκολα
μπορεί να δαγκωθεί από τα φίδια αυτά διότι τα ιοβόλα δόντια που διοχετεύουν
το δηλητήριο βρίσκονται στο πίσω τμήμα του στόματος γι' αυτό και αυτά
τα φίδια
ονομάζονται οπισθόγλυφα.
Η καταγωγή των ειδών οχιάς από την Ευρασία κρατάει από την εποχή του Μειόκαινου, αντικατοπτρίζοντας έτσι μια πολύ παλιά εξελικτική ιστορία των ειδών αυτών (Nilson και Andrén 1997). Τα αρχαιότερα ευρήματα απολιθωμάτων είναι από την εποχή του Μειόκαινου. Στο γένος Vipera βρίσκουμε τα υπογένη Pelias, Acridophaga και Montivipera.
το υπογένος: Pelias (Merrem
1820)
Το υπογένος Pelias αποτελείται
από τα ακόλουθα είδη:
Vipera barani (στο Βόρειο τμήμα της Ανατολικής Τουρκίας)
Vipera berus (από τη Μ. Βρετανία μέχρι τη Ν. Σκανδιναβία και από τη Β. Ελλάδα μέχρι τα νησιά Σάκαλιν πάνω από την Ιαπωνία)
Vipera darevskii (Αρμενία)
Vipera dinniki (Καύκασος, Γεωργία, Αζερμπαϊτζάν)
Vipera kaznakovi (ΒΑ Τουρκία, Γεωργία, Ρωσσία και κατά μήκος των ακτών της Μαύρης Θάλασσας)
Vipera orlovi (όρη Παπάι και στο ΝΔ τμήμα του Καυκάσου)
Vipera magnifica (Καύκασος)
Vipera nikolskii (Ουκρανία)
Vipera pontica (στα σύνορα Τουρκίας-Γεωργίας)
Vipera seoanei (ΝΔ Γαλλία και βόρειες περιοχές σε Ισπανία και Πορτογαλία)
το υπογένος: Acridophaga (Reuss 1927)
Vipera anatolica (Ν Τουρκία)
Vipera ebneri (Β Ιράν)
Vipera eriwanensis (Αρμενία, Αζερμπαϊτζάν, Α Τουρκία)
Vipera lotievi (Ν Καύκασος)
Vipera renardi (Α Ευρώπη, Δ Ασία, Ουκρανία, Αζερμπαϊτζάν, Καζακστάν, Κουρδιστάν, Κίνα)
Vipera renardi tienshanica (Κουρδιστάν, Καζακστάν, Ουζμπεκιστάν)
Vipera renardi parursinii (Ξινγιάνγκ στην Κίνα)
Vipera ursini ursini (Ιταλία, Γαλλία και Αλβανία)
Vipera ursinii rakosiensis (Ουγγαρία, Γιουγκοσλαβία, Ν. Ρουμανία, Βουλγαρία)
Vipera ursinii macrops (Βοσνία-Ερζεγοβίνη, Κροατία, Μοντενέγκρο, ΠΓΔΜ και Αλβανία)
Vipera ursinii moldavica (Ρουμανία, Βουλγαρία, Μολδαβία)
Vipera ursinii ebneri (ΒΑ Τουρκία, Ν. πρώην Σοβιετική Ένωση και ΒΔ Ιράν)
Vipera ursinii wettsteini (Γαλλία)
Vipera ursinii renardi (ΝΑ Ρουμανία)
Vipera ursinii anatolica (ΝΔ Μ. Ασία)
Vipera ursinii eriwanensis (Αρμενία)
το υπογένος: Montivipera (Nilson, Tuniyev, Andrén, Orlov, Joger, Herrmann 1999)
Vipera albicornuta (ΒΔ Ιράν)
Vipera albizona (βουνά στην κεντρική Τουρκία)
Vipera bornmuelleri (Λίβανος, Ν Τουρκία)
Vipera bulgardaghica (βουνά στη νότια και κεντρική Τουρκία)
Vipera latifii (νότιο και κεντρικό Ιράν)
Vipera raddei και τα υποείδη Vipera raddei raddei και Vipera raddei kurdistanica (Αρμενία, Τουρκία)
Vipera wagneri (Α Τουρκία στα σύνορα της Αρμενίας και του Ιράν)
Vipera xanthina (Αγαίο Πέλαγος και Β Θράκη στην Ελλάδα, Δ Τουρκία)
πρώτες βοήθειες σε περίπτωση δαγκώματος
Οι οχιές δεν κυνηγούν τους ανθρώπους οπότε αρχικά δεν χρειάζεται να
πανικοβληθούμε.
Εάν πλησιάσουμε κι άλλο (λιγότερο από 60 εκ.) μπορεί η οχιά να κάνει κάποια
εκτίναξη για να προσπαθήσει να δαγκώσει.
Εάν η εκτίναξη βρει το στόχο της (σας δαγκώσει) αυτό δεν σημαίνει απαραίτητα
θάνατο, πράγμα μάλιστα που είναι ασυνήθιστο στην Ελλάδα μιας και οι θάνατοι
από οχιά στην Ελλάδα είναι πάρα πολύ σπάνιοι.
Όπως αναφέρθηκε και παραπάνω, το δάγκωμα της οχιάς μπορεί να είναι στεγνό (να μην εγχύσει δηλητήριο δηλαδή). Εάν στο
σημείο που δάγκωσε η οχιά υπάρχουν δυο μικρές οπές, αυτό σημαίνει πως ενδεχομένως
άφησε δηλητήριο. Σε άλλη περίπτωση και εάν το φίδι δεν είναι οχιά, στο
σημείο που έγινε το δάγκωμα θα φαίνεται το αποτύπωμα μιας σειράς
δοντιών σε σχήμα ανάποδου "U". Μόνο το
δάγκωμα από οχιά αφήνει 2 μικρές οπές και αυτό διότι οι οχιές εκχέουν το
δηλητήριο μέσω 2 μακριών δοντιών. Οπότε να είστε ήσυχοι πως εάν το δάγκωμα
αφήνει αποτύπωμα δοντιών σε σχήμα "U", σημαίνει πως πρόκειται για άλλο φίδι
μη-δηλητηριώδες και όχι για οχιά.
Από τη στιγμή του δαγκώματος το δηλητήριο κυκλοφορεί και
αρχίζει ο πόνος ο οποίος είναι έντονος. Μέσα στις ακόλουθες 2 ώρες περίπου
θα αρχίσει να πρήζεται το ευρύτερο σημείο που έγινε το δάγκωμα. Τα
συνηθέστερα συμπτώματα που συνοδεύουν τον άνθρωπο που δαγκώθηκε από οχιά
είναι: εμετός, ταχυκαρδία, κράμπες, λιποθυμία.
Κατόπιν εάν είναι
αυτό δυνατό, θα ήταν καλό να μπορούσατε να πιάνατε με μια διχάλα κλαδιού το
φίδι και να το βάλετε σε κάποιο σκεύος το οποίο κλείνει καλά. Εάν αυτό δεν
είναι εφικτό, μπορείτε είτε με μια ψηφιακή φωτογραφική μηχανή είτε με το
κινητό τηλέφωνο, να φωτογραφίσετε το φίδι. Αυτό θα βοηθήσει τους νοσηλευτές
όταν μεταβείτε στο νοσοκομείο να αναγνωρίσουν το φίδι και να πράξουν
αναλόγως. Να υπενθυμίσουμε και πάλι πως πολλά φίδια μπορεί
να σας δαγκώσουν αλλά δεν είναι απαραίτητο ότι κινδυνεύετε, δεδομένου πως
μόνο η οχιά είναι ιοβόλο (δηλητηριώδες) φίδι του οποίου το δάγκωμα (κάτω από
ορισμένες προϋποθέσεις) μπορεί να αποβεί μοιραίο.
Είναι καλό να ξαπλώσετε και να παραμείνετε ήρεμος όσο αυτό είναι δυνατό
κρατώντας το μέλος που δαγκώθηκε χαμηλότερα από το ύψος της καρδιάς. Λίγο
επάνω από το σημείο του δαγκώματος δέστε σφιχτά το μέλος ώστε να μειωθεί η
κυκλοφορία του δηλητηρίου προς την καρδιά, αλλά μην υπερβάλλετε στο σφίξιμο.
Αρκεί ένα ανεκτό σφίξιμο.
ΜΗΝ κάνετε κάποια τομή στο σημείο και ΜΗΝ βάλετε πάγο, θα
χειροτερέψετε την πληγή στο σημείο εκείνο.
Ακολούθως τηλεφωνείστε σε κάποιο νοσοκομείο ή ιατρείο για βοήθεια
αναφέροντας τι ακριβώς συνέβη και την ακριβή (εάν είναι
δυνατόν τοποθεσία που βρίσκεστε).
Η κρισιμότητα της κατάστασης προσδιορίζεται και από μια
σειρά άλλους παράγοντες που είναι:
● ποσότητα δηλητηρίου στον
οργανισμό
σε κάθε δάγκωμα η ποσότητα δηλητηρίου που εγχέεται δεν είναι πάντα η ίδια
και αυτό ποικίλει ανάλογα με τη διάθεση του φιδιού, με το πότε είχε ξανα-δαγκώσει
και πόσο δηλητήριο είχε εγχυθεί
● σημείο δαγκώματος
το σημείο δαγκώματος παίζει και αυτό ρόλο, καθότι όσο πιο κοντά στην καρδιά
είναι τόσο πιο επικίνδυνο είναι
● αντίδραση του ατόμου που
δαγκώθηκε
εάν παραμείνουμε ψύχραιμοι και δεν κινούμαστε μειώνεται η ταχυκαρδία και το
δηλητήριο απορροφάται πιο αργά από τον οργανισμό.
Νομικό
πλαίσιο προστασίας
Εφημερίδα της Κυβερνήσεως 3605, 18 Δεκεμβρίου 2007
Ερμηνευτικός οδηγός
σχετικά με το άρθρο 6 παράγραφος 4 της
οδηγίας για τα
ενδιαιτήματα (92/43/ΕΟΚ)
LIFE-NATURA 2004
NATURA 2000: ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΑ ΓΙΑ ΤΗ ΦΥΣΗ,
9 Μαΐου 2002
|
Σχετικοί σύνδεσμοι |
|
| προτεινόμενα βιβλία | |
|
|
|
Φωτογραφίες
ιοβόλα δόντια σωληνόγλυφων και οπισθόγλυφων : ©
Australian Museum
ιοβόλα δόντια πρωτερόγλυφων: ©
cobraman
Πηγές
Al-Joufi A.,
Andrén C., Arora RB.,
Ashley BD., Bailey G., Bdolah A., Boffa M., Boquet P., Breidenbach CH.,
Burchfield PM.,
Delori
P., Detrait J., Greene HW.,
Kochva E., Dr.
Lamb G.,
Ludwig D.,
Mallow
D., Martin C. J., McMahon M., Mendelssohn H., Nilson G.,
Reddy K.,
Saint-Girons
H., Sant SM., Smith D., Somani P., Soulier J., Wig KL.